Επικοινωνήστε μαζί μας

divemag2009@gmail.com

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ



  Όταν κυνηγάω ψάρια με μια ανάσα  κάνω κάτι που σίγουρα μου χαρίζει πολύ όμορφες στιγμές και εικόνες, πολύ δυνατά συναισθήματα, την ικανοποίηση της απόδρασης στο μπλε, αλλά και κάποια γευστικότατα τραπεζώματα για μένα και τους δικούς μου.
   Δεν θεωρώ όμως ότι είναι και τόσο πολύ σπουδαίο αυτό, ούτε και οι περισσότερες επιτυχημένες ή αποτυχημένες εξορμήσεις μου έχουν κάτι το τόσο σημαντικό και μοναδικό που να αξίζει να το αφηγηθώ μέσα από τα έντυπα ή το διαδίκτυο ζαλίζοντας  τους άλλους.
  Είναι ίσως και γιατί δεν μου αρέσουν  τα μεγάλα και εντυπωσιακά λόγια σε ότι αφορά το ψάρεμα, ούτε οι υπερβολές στις αφηγήσεις που πολλές φορές διαβάζω, αλλά ούτε να παριστάνω τον γκουρού «ψαροφιλόσοφο» δίνοντας συμβουλές επιτυχίας και κάνοντας φιλοσοφικές αναλύσεις γύρω από τα κατορθώματά μου.
  Και να σημειώσω ότι ασχολούμαι πολλά χρόνια με το ψαροτούφεκο και πάντα έπιανα ψάρια και αρκετές φορές αξιόλογα, αλλά μέχρι εκεί.
   Περιοριζόμουν στο να τα διηγούμαι μόνο στους φίλους που ήθελαν να ακούσουν, άντε και να ανεβάζω και καμιά φωτογραφία  στο facebook  για τους γνωστούς και τέλος.
  Μέχρι τώρα όμως….
  Αυτή τη φορά για κάποιο λόγο αυτό δεν μου ήταν αρκετό.
   Μάλλον  τα εικοσιένα κιλά αυτού του εντυπωσιακού πλάσματος ήταν αρκετά ώστε να ξυπνήσουν τη ματαιοδοξία μου και να με κάνουν να βρω τους λόγους που δεν έβρισκα έως τώρα για να κάτσω πάνω από το πληκτρολόγιο και να γράψω.
  Άντε από την άλλη και κάτι φίλοι που με «έψησαν» ότι η χαρά της επιτυχίας είναι μεγαλύτερη όταν τη μοιράζεσαι με το σινάφι σου και πήρα μπρος.
  Η πρώτη συγγραφική μου απόπειρα λοιπόν, είναι αφιερωμένη σε ένα γίγαντα ροφό και μια δύσκολη σύλληψη που θα μείνει χαραγμένη έντονα στη μνήμη μας ίσως και για πάντα.
 
  Πρώτη ημέρα: Των Φώτων
   Είχαν περάσει ήδη πέντε μέρες από την τελευταία μας ψαρευτική εξόρμηση, που έγινε στα κοντινά μέρη της Αττικής παραμονή Πρωτοχρονιάς και έκλεισε άδοξα τη χρονιά με μια μεγαλόπρεπη φόλα!!!
Ούτε τουφεκιά λέμε τώρα…
  Οι δύο τράτες που έσερναν πάνω από τον τόπο σε μικρή απόσταση από την ακτή και σε μικρό βάθος, είχαν φροντίσει να εξαφανίσουν κάθε ίχνος ζωής από την περιοχή, «προστατεύοντας» έτσι τα ψάρια από εμάς τους «καταστροφικούς» ερασιτέχνες που δεν θα αφήναμε τίποτα εάν τα βρίσκαμε.
  Κάπου άκουσα τελευταία από «επίσημα» χείλη ότι απαγορεύτηκαν τόσο κοντά και ρηχά, αλλά μάλλον φήμες θα ήταν τελικά όπως πάντα…
  Έτσι λοιπόν ηρέμησα και τις επόμενες μέρες ασχολήθηκα με πιο «ευγενή σπορ», όπως είναι οι βαθιές βουτιές στα φαγητά και τα γλυκά των ημερών, τα ξενύχτια στα ρεβεγιόν, οι οικογενειακές επισκέψεις και βόλτες και τα λοιπά γνωστά, αλλά για ψάρεμα ούτε σκέψη.
  Όμως μετά από πέντε μέρες «στεγνός», την Τετάρτη, έφτασα στα όρια της στέρησης και μιλώντας στο τηλέφωνο με το Χάρη αποφασίζουμε να πάμε την επομένη για καμιά βουτιά χωρίς σκάφος και  χωρίς μακρινά ταξίδια με πολλές προσδοκίες.
   Έτσι ίσα για να βραχούμε που λέμε και να ρίξουμε και λίγο τα κιλά και τη χοληστερίνη που τσιμπήσαμε από τα τραπέζια των γιορτών.
  Ακολούθησε η γνωστή συζήτηση για το που να πάμε και από τα λεγόμενά μου υποψιάστηκε αμέσως τι είχα βάλει στο μυαλό μου και μου είπε:
-          Κατάλαβα, εσένα σε τρώει ο κ…… σου για Κορινθιακό έτσι;
  Το ξημέρωμα λοιπόν της μέρας των Φώτων όπου η εκκλησία μας γιορτάζει τον Αγιασμό των Υδάτων, μας βρίσκει στην εθνική οδό να πηγαίνουμε να «αγιαστούμε» και ΄μεις  με το δικό μας τρόπο, για να μας πάει η χρονιά καλά.
  Αφού κάναμε μια στάση στο Λουτράκι για τις απαραίτητες προμήθειες και ένα δυνατό καφεδάκι (δεν συνιστάται αλλά…), συνεχίσαμε για τον γνωστό σε όλους θρυλικό και πολύπαθο κάβο του Ηραίου.
  Τον ψαρότοπο που έχουν επισκεφθεί σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι του λεκανοπεδίου και των κοντινών περιοχών και που σχεδόν πάντα θα βρεις αρκετό κόσμο να ψαρεύει με όλους τους τρόπους εκεί.
  Τα πολύ βαθιά νερά, τα δυνατά ρεύματα, οι χαμηλές θερμοκρασίες του νερού, οι θολούρες, η συχνή διέλευση σκαφών ξυστά από τη σημαδούρα σου και οι κακοί συνήθως καιροί , είναι τα στοιχεία του σκηνικού που συναντά κάποιος τις περισσότερες φορές που θα κολυμπήσει στην περιοχή.
  Δύσκολα καταφέρνει κάποιος να ψαρέψει σωστά και αποτελεσματικά εκεί κυρίως το χειμώνα, ενώ το βαθύ ψάρεμα στα παγωμένα και σκοτεινά νερά του Κορινθιακού είναι ως γνωστόν πολύ λεβέντικη υπόθεση.
  Από την άλλη πλευρά όμως, την συγκεκριμένη υποβρύχια διαμόρφωση και τις παραπάνω συνθήκες τις βρίσκουν ιδανικές όλα τα είδη ψαριών που κατοικούν ή περνούν από εκεί.
  Και όταν λέω όλα τα είδη, εννοώ όλα και σε μεγάλες ποσότητες, ενώ συχνά τα συναντάς και σε μεγέθη XL και άνω!
  Υπάρχουν μέρες που ο τόπος θα σου χαρίσει μοναδικές  εικόνες με μεγάλα πελαγίσια, άσπρα και χοντρά μαύρα ψάρια, ακόμα και στα ρηχά.
  Τις πιο πολλές φορές βέβαια δεν σου κάνουν τα χατίρια και κρατάνε την απόσταση που όλοι εμείς φροντίσαμε να τους μάθουμε, αφού στις στενές επαφές μαζί μας έχουν δει  «τι εστί βερίκοκο»…
  Παρόλα αυτά όμως είναι από τους αγαπημένους μου προορισμούς γιατί μου αρέσουν και τα δύσκολα (βλ. μαζοχισμός), από τον οποίο έχω πάρει και έχω δει αξιόλογα θηράματα, αλλά πάντα δυσκολεύομαι στο να πείσω κάποιον να με ακολουθήσει εκεί.
  Γρήγορο ντύσιμο λοιπόν και με τα πράγματα στο χέρι κατηφορίζουμε μέσα από τον αρχαιολογικό χώρο προς την μικρή παραλία για να βρεθούμε σε λίγο στο νερό.
 Η θερμοκρασία στην επιφάνεια ήταν 16ο C, με ορατότητες αρκετά καλές, αρκετό ρεύμα και ένα τεσσάρι BA καιρό.
  Η κίνηση των ψαριών ήταν αρκετά καλή, κυρίως λούτσοι, κοπάδια μεγάλων σαργών και κακαρέλων και τονάκια που έκαναν εφόδους στο ψιλό, ενώ δεν υπήρχε ούτε ίχνος μαυρόψαρου.
   Παρόλα αυτά όμως μετά από τέσσερις ώρες ψαρέματος όλες οι προσπάθειές μας είχαν πάει άκλαυτες, αφού τα ψάρια δεν ενέδιδαν στα καρτέρια μας αλλά ούτε και βράχωναν κάπου.
  Και τι δε κάναμε.
  Ρε τι καρτέρια ρηχά, καρτέρια βαθιά, πλαναρίσματα, ψαχτήρια, συρτά, ξυστά, κωλοτούμπες και άλλα γνωστά αεροπλανικά και ψάρι δεν είχαμε σταυρώσει.
  Φαινόταν ότι η νέα χρονιά μάλλον θα ξεκινούσε άψαρη όπως έκλεισε και η προηγούμενη τελικά.
  Η «φόλα» το χειμώνα συνήθως μου φέρνει και κρυάδες, γι αυτό μετά από κάποια στιγμή αποφασίσαμε να επιστρέψουμε σιγά σιγά αφού η απογοήτευση είχε γίνει πιο δυνατή από τη διάθεση να κυνηγάμε ψάρια «άλογα».
  Είπα όμως να ρίξω μια τελευταία ματιά σε ένα τεράστιο μονόπετρο στα εικοσιοκτώ μέτρα , από το οποίο πριν πέντε μήνες είχα πάρει απ΄έξω με συρτό ένα ροφό δώδεκα περίπου κιλά.
   Από τότε δεν είχα κοιτάξει ξανά το σημείο και δυσκολεύτηκα αρκετά να το βρω, αλλά το gps χειρός που έχω πάντα στη σημαδούρα μας οδήγησε γρήγορα από πάνω με την ελπίδα να σταθούμε τυχεροί έστω και στο παρά πέντε.
  Καλή χαλάρωση αφού το βάθος δεν είναι και μικρό για την εποχή και ξεκινάω για κάτω με σκοπό να διαγράψω την ίδια υποβρύχια πορεία  που είχα κάνει και τότε.
  Κρατούσα ένα όπλο carbon 105 cm με βέργα 6,5 mm και δύο κοντοκομμένα μαύρα 16αρια λάστιχα, το οποίο θεωρώ αρκετά αποτελεσματικό  και ευέλικτο για αυτό το είδος ψαρέματος. 
  Προσγειώνομαι αθόρυβα στην αντίθετη σχεδόν πλευρά από την είσοδο της μεγάλης τρύπας που βρίσκεται στη βάση του βράχου και με συρτό αρχίζω να πλησιάζω από αριστερά.
  Λίγο πριν βρεθώ μπροστά στη τρύπα ο βράχος κάνει γωνία και φέρνοντας το όπλο μπροστά σε θέση βολής, στρίβω απότομα με σκοπό να εμφανιστώ ξαφνικά και αν υπάρχει ψάρι να το αιφνιδιάσω με μια γρήγορη βολή.
  Αυτός όμως που αρχικά αιφνιδιάστηκε ήμουν εγώ από το μοναδικό θέαμα, όταν  βρέθηκα σε απόσταση δύο μέτρων από το γίγαντα που ήσυχος  χώνευε το μεσημεριανό γεύμα του.
  Το ψάρι καθόταν πάνω στην άμμο μπροστά ακριβώς από την τρύπα με το πλάϊ και ο τεράστιος όγκος του έκρυβε εντελώς την είσοδο.
  «Στο πιάτο» που λέμε και τέντωσα το χέρι…
  Η βολή έγινε και βρήκε το ροφό πίσω ακριβώς από το δεξιό μάγουλο, κάνοντας ένα δυνατό γδούπο που ακούστηκε μέχρι την επιφάνεια δίνοντας στο Χάρη να καταλάβει ότι πρέπει να κατέβει επειγόντως για βοήθεια.
  Πετάω πίσω το όπλο και αρπάζω με τα δύο χέρια την πετονιά με σκοπό να κοντράρω την προσπάθειά του να μπει μέσα και να βραχώσει.
  Στρίβει απότομα αριστερά ξεκινώντας για μέσα, ενώ τα δυνατά χτυπήματα της ουράς του σήκωσαν την λεπτή σαν πούδρα άμμο, με αποτέλεσμα να βρεθώ μέσα σε ένα πυκνό νέφος που δεν έβλεπα τίποτα.
  Δεν είχα προλάβει όμως να έρθω σε κάθετη θέση σε σχέση με το βυθό για να κοντράρω με πεδιλιές, αφού όλα όσα περιγράφω έγιναν σε ελάχιστο χρόνο και δυστυχώς έγινε αυτό που δεν έπρεπε.
  Με απίστευτη δύναμη και εκρηκτικότητα  το ψάρι φεύγει προς τα μέσα παρασέρνοντας και μένα μαζί που κράταγα σφιχτά και προσπαθούσα μάταια να σηκωθώ προς τα πάνω.
  Μέσα στη θολούρα βλέπω ότι πηγαίνω με τα μούτρα στο βράχο και για να προστατευθώ  προβάλω τους αγκώνες μου οι οποίοι  χτύπησαν με δύναμη  πάνω του.
  Εκεί  αφού είχα σταθερό σημείο κράτησα αντίσταση, ο ροφός σταμάτησε να τραβάει και ξεκινάω για πάνω πιάνοντας το όπλο και κοντράροντας το ξετύλιγμα του μουλινέ.
  Στα μεσόνερα αφήνω το όπλο στο Χάρη και βγαίνω στη επιφάνεια για αέρα μετά την τραβηγμένη και δύσκολη βουτιά.
  Δένουμε λοιπόν το όπλο στη σημαδούρα και αρχίζει η γνωστή συζήτηση.
  Προβληματισμένος του εξηγώ γρήγορα πως έχει η κατάσταση και βουτάει για να προσπαθήσει να δευτερώσει ή να δει που είναι το ψάρι.
  Πριν φτάσει κάτω διακόπτει τη βουτιά, ανεβαίνει πάνω και κουνώντας απογοητευμένος το κεφάλι μου λέει:
-          Φίλε χαμός γίνεται κάτω,  συνεχίζει να σηκώνει πολύ θολούρα και το σύννεφο φτάνει σχεδόν  τρία μέτρα ψηλά. Μπλέξαμε…
  Δυστυχώς  είχαμε μπλέξει πολύ άσχημα στην πιο δύσκολη, επίπονη και επικίνδυνη διαδικασία που υπάρχει στο υποβρύχιο ψάρεμα:
Το βαθύ ξεβράχωμα…
  Για μιάμιση περίπου ώρα βουτούσαμε  συνεχώς αλλά χωρίς αποτέλεσμα, αφού η θολούρα δεν υποχωρούσε και ο φακός δεν βοηθούσε να δούμε τίποτα.
  Αφήνουμε για μισή ώρα το ψάρι να ηρεμίσει και να σταματήσει να χτυπιέται και βουτάω αυτή τη φορά με σκοπό να κοιτάξω ανάποδα την τρύπα προβάλλοντας λίγο το κεφάλι μου και το όπλο για να μη το τρομάξω.
  Πράγματι είχε ξεθολώσει η σπηλιά και ο ροφός ήταν περίπου τρία μέσα με το πλάϊ, έχοντας χώσει το κεφάλι του σε μία προεξοχή του βράχου στα δεξιά.
  Δευτερώνω και πάλι στη επιφάνεια για σύσκεψη.
   Αποφασίζουμε ότι πρέπει να σταματήσουμε τις προσπάθειες, πρώτον γιατί είχαμε κουραστεί αρκετά τόσες ώρες στο νερό και δεύτερον γιατί σε λίγο θα νύχτωνε και έπρεπε να βγούμε το γρηγορότερο.
  Ήμασταν αναγκασμένοι να αποφασίσουμε ανάμεσα στο να αφήσουμε το ψάρι να πεθάνει μόνο του αφού δεν κουνιόταν με τίποτα από εκεί ή να το σιγουρέψουμε και να έρθουμε πάλι την επόμενη μέρα που πιθανόν θα έχει αλλάξει θέση.
  Φυσικά επιλέξαμε το δεύτερο που ήταν και το σωστότερο, κατά την άποψή μου βέβαια και με μερικές βουτιές κάναμε το εξής:
  Περάσαμε από τις θηλιές που υπάρχουν στις άκρες της πετονιάς (εκεί που δένουμε το σχοινί του μουλινέ) τα λαστιχόσχοινα (ελιές) που είχαμε στη μέση μας για θερμομόνωση και τα δέσαμε τεντωμένα σε προεξοχές του βράχου.
  Κόψαμε τα σχοινιά από τα μουλινέ, πήραμε τα όπλα και φύγαμε.
   Βγήκαμε έξω και στην επιστροφή σχεδιάζαμε  το πλάνο της επόμενης δύσκολης μέρας.
  Το βράδυ παρόλη την κούραση, ο ύπνος ήταν λίγος και γεμάτος περίεργα όνειρα…

 Δεύτερη μέρα: Του Αη Γιαννιού
Η ηλιόλουστη μέρα θύμιζε καλοκαίρι.                                                                                    Καθώς κατηφορίζαμε για τη μικρή παραλία μέσα από τον αρχαιολογικό χώρο, γυρίζω ασυναίσθητα και διαβάζω για πρώτη φορά την ταμπέλα πάνω στη πόρτα της μικρής εκκλησίας.
Έγραφε το όνομα του Αγίου που σήμερα γιόρταζε και αναρωτήθηκα:
Τυχαίο;
Ευχήθηκα όταν θα βγούμε έξω να μπορέσω να πω το κλασσικό πλέον:
Δεν νομίζω!!!   
   Μερικές βουτιές πιο ρηχά για να «ανοίξουμε» πρώτα και σε λίγο χαλαρώνω πάνω από το σημείο και προετοιμάζομαι για τη βουτιά της ελπίδας.
  Κατεβαίνοντας σηκώνω λίγο το κεφάλι και βλέπω τις δύο βέργες να εξέχουν αρκετά.
  Τελικά αυτό που ελπίζαμε και ευχόμασταν είχε γίνει.
Η βολή έγινε σχεδόν εξ επαφής και πιάνοντας τις βέργες με δύναμη κατάφερα αυτή τη φορά να κρατήσω τον κουρασμένο γίγαντα στο προθάλαμο.
  Όμως και πάλι τίποτα δεν είχε τελειώσει, αφού ένα τέτοιο πλάσμα δεν εγκαταλείπει τη μάχη μέχρι το τέλος και ποτέ δεν παραδίδεται εύκολα.
  Κατάφερε και έχωσε το κεφάλι του σε μια εσοχή στο ταβάνι μισό μόλις μέτρο μέσα και ενώ το υπόλοιπο ήταν έξω από την τρύπα δεν κουνιόταν με τίποτα.
  Χρειάστηκαν άλλες δύο βέργες πάνω του για καμφθεί η αντίστασή του και δυόμισι περίπου ώρες επιπλέον βουτιές και τραβήγματα με το γάντζο για να έρθει επιτέλους μαζί μας στην επιφάνεια.
  Εκεί ξέρασε και το γεύμα της προηγούμενης μέρας  μια μεγάλη μισοχωνεμένη σμέρνα.
  Νομίζω ότι είναι περιττό να προσπαθήσω να περιγράψω την ένταση των συναισθημάτων μας εκείνες τις στιγμές.
  Στη στεριά επιλέξαμε να σταματήσουμε για φωτογραφίες μπροστά στο ξωκλήσι γιατί τελικά μάλλον δεν ήταν τυχαίο…
  Η συνέχεια από εκεί και μετά είναι σε όλους γνωστή.
Ο βασιλιάς «έφυγε» με όλες τις τιμές που του πρέπουν:
  Πανηγύρια, τηλέφωνα, φωτογραφίες,  mms, e-mail, ζυγαριές (21 kgr), καθάρισμα, κατάψυξη, κορδέλα, ροδέλες, σούπες, λαδόκολλες, παρέα, γέλια, αναμνήσεις…
  Κλείνοντας τη αφήγηση θα ήθελα να πω και κάτι ακόμα.
   Η δυναμική αντίδραση του μεγάλου ψαριού και η άκρως επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργήθηκε εκεί κάτω, μου θύμισαν έντονα τα λόγια ενός μεγάλου δασκάλου του χώρου μας:
«Όταν εγκαταλείπεις την επιφάνεια να θυμάσαι ότι ζεις υπό προϋποθέσεις».
Έτσι είναι φίλοι μου δυστυχώς.
  Έχουμε επιλέξει ένα άκρως επικίνδυνο χόμπι, όπου ανά πάσα στιγμή μια απρόβλεπτη κατάσταση μπορεί να έχει τα πλέον δυσάρεστα αποτελέσματα, άσχετα με την εμπειρία την ικανότητα και τα μέτρα ασφαλείας που έχει κάποιος.
  Όταν κινούμαστε σε ξένο περιβάλλον με πάρα πολλούς αστάθμητους παράγοντες και κυνηγάμε πλάσματα που μάχονται με δύναμη για τη ζωή τους, τότε η έννοια «απόλυτη ασφάλεια» απλά δεν υπάρχει.
Υπάρχει μόνο το ζευγάρι, η σύνεση, η προσοχή, η τύχη και…  ο Θεός βοηθός!!!
Καλές και ασφαλείς βουτιές σε όλους σας!

Ευχαριστούμε θερμά τον πρόεδρο του Γλαύκου Μπάμπη Πλαστουργό για την πραγματικά όμορφη ιστορία του. Ευελπιστούμε ότι και οι φίλοι και αναγνώστες του divemag να στείλουν και τη δική τους ιστορία έτσι ώστε να μοιραστούν μαζί μας τη δική τους εμπειρία από το καλύτερο, κατά τη δική μου πάντα γνώμη, άθλημα χόμπι ενασχόληση………
     
      

  
 
 
 




Δεν υπάρχουν σχόλια: